|
|
|
Τα βράδια με το λίγο φως
Δε χρειαζόμασταν και πολλά, χρόνο και όρεξη να είχαμε κι έφταναν για να σκαρώσουμε κάτι αξέχαστες βραδιές χαλάρωσης και νοσταλγίας. Μαζευόμασταν, που λέτε, στην πίσω αυλή του σπιτιού μου, βάζαμε δίσκους κι ακούγαμε τραγούδια. Τραγούδια ελληνικά, τραγούδια αγαπημένα... που μας ταξίδευαν. Μου έρχονται συχνά στο νου εκείνα τα βράδια, ιδίως όταν ακούω τώρα, κάποιο από αυτά τα αγαπημένα τραγούδια που με κάνει να επιστρέφω, να θυμάμαι και να αναπολώ. Φανατικός λάτρης του καλού ελληνικού τραγουδιού, είχα μια αρκετά πλούσια δισκοθήκη, αυτό άλλωστε ήταν και το χόμπι μου: οι δίσκοι και τα βιβλία. Διέθετα και τον ανάλογο χώρο στο σπίτι μου, γεμάτο βιβλία, δίσκους, στερεοφωνικά, ηχεία κι άλλα τέτοια διάφορα, ώστε να κάνω τον ήχο, απόλαυση. Εκεί μέσα χανόμουν μετά τη δουλειά, να ξεκουραστώ, να διαβάσω και ν’ ακούσω μουσική. Παραδίπλα μια εσωτερική αυλή γεμάτη από κρεμαστές γλάστρες με καταπράσινα φυτά, σκορπούσαν μια αύρα δροσιάς στις ζεστές τροπικές νύχτες της πόλης που ζούσα, τη Βαλένσια της Βενεζουέλας. Εκεί, λοιπόν, συνέβαινε –και συνέβαινε συχνά– να συναντιόμαστε, μια παρέα φίλων Ελλήνων, να τα λέμε, ν’ ακούμε τραγούδια... να ταξιδεύουμε. Ταξίδια παράταιρα που μας πήγαιναν και μας έφερναν, μνήμες με πόθο νοσταλγικό. Κάτι τέτοια σκαρφιζόμασταν για να συναντηθούμε, να διώξουμε το άγχος. Βρίσκαμε χρόνο –άλλο που δε θέλαμε– αφήναμε τις σκοτούρες της κάθε μέρας κι εννιά είχε ο μήνας... Μια ελληνική παρέα ήμασταν, αγαπημένη, ο Γιώργος, η Πάγη, ο Μίμης, ο Γιάνγκος, η Σοφία, η Κική (που έφυγε νωρίς και μας άφησε...), ο Γιάννης, η Σούλη, η Αθηνά, ο Δημήτρης, η γυναίκα μου κι εγώ. Χαμηλώναμε τα φώτα, ανάβαμε κεράκια κι απολαμβάναμε. Δημιουργούσαμε έτσι μια εγκάρδια ατμόσφαιρα κι ένα κατάλληλο κλίμα απαραίτητα για μια μουσική απόλαυση. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα, λοιπόν, χαμηλού φωτισμού, η ψυχή κι ο ρομαντισμός μας... πετούσαν. Το ένα τραγούδι έφερνε το άλλο, η μια κουβέντα την άλλη και γουλιά γουλιά τα ποτηράκια άδειαζαν. Αυτά ζητούσε η ψυχή μας, αυτά της δίναμε. Με τέτοιο περίσσευμα διάθεσης φτιάχναμε αυτή την εκπληκτική ατμόσφαιρα με συντροφιά τα τραγούδια και τα κάναμε δικά μας. Κάθε τραγούδι και μια ιστορία, ξεχωριστή για τον καθέναν μας, ξεχνούσαμε, θαρρείς, το παρόν και βρίσκαμε το μέσα μας.. Αφουγκραζόμασταν τους στίχους, που εισχωρούσαν στα σωθικά μας κι άφηναν τα σημάδια τους, τους γυροφέρναμε στο μυαλό μας μην τυχόν και μας ξεφύγει κάποιος... και χαθεί. Τους σιγοψιθυρίζαμε κι ο ψίθυρος αυτός σιγά σιγά έπαιρνε ένταση και γινόταν φωνή κι ας μην τους ξέραμε όλους απ’ έξω, εκεί ήταν που χαλούσε το πράγμα... Ωστόσο και σ’ αυτό δώσαμε μια λύση. Επιλέξαμε τα πιο αγαπημένα τραγούδια, έγραψα τους στίχους τους σ’ ένα τετράδιο να μπορούμε να τους διαβάζουμε και να τους τραγουδάμε κι έκτοτε το τετράδιο αυτό έγινε η Βίβλος μας. Σ’ αυτό σκύβαμε να ξεδιψάσουμε. Αυτό είχαμε μπροστά μας, αυτό ανοίγαμε για να θυμηθούμε τα ρεφρέν και τα κουπλέ των τραγουδιών μας. Κι αυτό το τετράδιο υπάρχει ακόμα, οι φίλοι είναι μόνο που έχουν σκορπίσει – που έχουμε σκορπίσει… Το χρωστούσα ετούτο το ταξίδι. Πρώτα σ’ εμένα τον ίδιο και στις μνήμες που δεν μ’ αφήνουν κάθε φορά που θα τύχει ν’ ακούσω ένα απ’ αυτά τα αγαπημένα τραγούδια. Ξεπετιούνται μπροστά στα μάτια μου κι άλλη λύση δεν υπάρχει: γυρίζω το ρολόι του χρόνου πίσω και παραδίνομαι πίνοντας της νοσταλγίας το γλυκόπικρο εκχύλισμα. Γιατί σ’ αυτά τα βράδια με το λίγο φως φιλίες πέρασαν καλές, όνειρα, έρωτες... κι αξέχαστες στιγμές.
6/2/2007
|
|
Φιλοξενία (hosting) και διαμόρφωση σελίδας W.D.G Copyright© 2006 aeolos.net |